Warning: fopen(/home/mitrogon/public_html/t3-assets/97b91d6facc7cff35f545d9bca9fa59ftxt): failed to open stream: Disk quota exceeded in /home/mitrogon/public_html/plugins/system/jat3/jat3/core/head.php on line 324
Mitrogonia - Αποφάσεις Ανωτάτου Δικαστηρίου

ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΤΣΙΑΚΚΑ 952/06‏

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

(Υπόθεση Αρ. 952/2006)

19  Δεκεμβρίου, 2007

 [ΚΡΑΜΒΗΣ, Δ/στής]

 
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

    ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΤΣΙΑΚΚΑ,
    ΜΑΡΚΕΛΛΑ ΤΣΙΑΚΚΑ,

Αιτήτριες,

ν.

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ
1. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΚΑΙ/Η
    2. ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ

Καθ΄ ων η αίτηση.

- - - - - -

Α.Σ. Αγγελίδης, για τις Αιτήτριες.
Α. Χριστοφόρου, για τους Καθ΄ ων η αίτηση.

- - - - - -

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΚΡΑΜΒΗΣ, Δ.:  Οι αιτήτριες, προσβάλλουν την απόφαση των καθ' ων η αίτηση  με την οποία απορρίφθηκε αίτηση της αιτήτριας 1, θυγατέρας της αιτήτριας 2, ημερ. 13.1.2006 για χορήγηση προσφυγικής ταυτότητας.

Σύμφωνα με την πρώτη επιφύλαξη του άρθρου 119 του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου Ν. 141(Ι)/2002 και Τροποποιήσεων, «.. τα παιδιά των οποίων  ο πατέρας είναι εκτοπισθείς θεωρούνται ότι έχουν τη μόνιμη κατοικία τους στις κατεχόμενες περιοχές και, συνεπώς, για σκοπούς του νόμου αυτού, θεωρούνται εκτοπισθέντες από το ίδιο μέρος από το οποίο προέρχεται ο πατέρας τους.»

Η διευθύντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης κατ΄ επίκληση της πιο πάνω διάταξης, εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση την οποία κοινοποίησε στις αιτήτριες, σύμφωνα με την οποία, δεν ήταν δυνατό να θεωρηθεί η αιτήτρια 1 ως εκτοπισθείσα και να της χορηγηθεί προσφυγική ταυτότητα επειδή ο πατέρας της δεν είναι εκτοπισθείς.

Οι αιτήτριες δεν αμφισβητούν πως με βάση τα νομοθετημένα κριτήρια δεν υπήρχε περιθώριο για άλλη κατάληξη. Ωστόσο, εισηγούνται ότι το κριτήριο με βάση το οποίο παρέχεται δικαίωμα απόκτησης προσφυγικής ταυτότητας όταν ο πατέρας είναι εκτοπισθείς αλλά όχι όταν είναι εκτοπισθείσα η μητέρα, παραβιάζει τη συνταγματική κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας.

Το θέμα της διεύρυνσης  του όρου «εκτοπισθείς» ώστε να περιλαμβάνει και παιδιά που γεννήθηκαν από μητέρα εκτοπισθείσα και πατέρα μη εκτοπισθέντα, απασχόλησε κατ' επανάληψη την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Προσφύγων. Φαίνεται πως για λόγους οικονομικούς ή και για άλλους λόγους η διεύρυνση του όρου «εκτοπισθείς» ήταν ανέφικτη.

Εξέτασα κατά πόσο η αιτήτρια 2 έχει έννομο συμφέρον προσβολής της υπό κρίση απόφασης των καθ΄ ων η αίτηση. Η ιδιότητά της ως μητέρα της αιτήτριας 1 δεν είναι αρκετή για να νομιμοποιείται ως διάδικος. Ελλείπει το προσωπικό ή άμεσο έννομο συμφέρον για προσβολή της απόρριψης του αιτήματος έκδοσης προσφυγικής ταυτότητας που υποβλήθηκε αποκλειστικά από την αιτήτρια 1. Θεωρώ λοιπόν πως η απόφαση απαραδέκτως προσβάλλεται από την αιτήτρια 2.

Ο δικηγόρος των αιτητριών, προκειμένου να καταδείξει τις νομικές υποχρεώσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας να άρει την άνιση μεταχείριση που εισάγει η  επίδικη πρόνοια του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου, πέραν του άρθρου 28 του  Συντάγματος που θέτει την αρχή της ισότητας ως απόλυτο δικαίωμα και του νέου Νόμου περί Καταπολέμησης Φυλετικών και Ορισμένων Αλλων Διακρίσεων Ν.42(Ι)/2004, παραπέμπει:

 

· σε σωρεία διατάξεων του εθιμικού διεθνούς Δικαίου (Διεθνής Σύμβαση για την καταπολέμηση των διακρίσεων κατά της Γυναίκας, International Covenant on Civil and Political Rights)

· σε διάφορα άρθρα της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας που προάγουν ως σκοπό της Κοινότητας την ισότητα και την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω φύλου

· στο Χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενωσης (Κεφάλαιο ΙΙΙ, Ισότητα)

· στο άρθρο 14 της ΕΣΔΑ και στο 12ο πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ(απαγόρευση των διακρίσεων) που κυρώθηκε με το Ν.13(ΙΙΙ)/02

· σε εξειδικευμένες  οδηγίες του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και Κοινοβουλίου που αφορούν στην ισότητα και καταπολέμηση των διακρίσεων  (Οδηγία 2000/43/ΕΚ,2002/73/ΕΚ)

Ασφαλώς  το πιο πάνω πλέγμα του υπέρτερου ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου καθώς και της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) επί του θέματος, θέτει υπό σοβαρή αμφισβήτηση τη διάκριση  στην απόκτηση προσφυγικής ταυτότητας με βάση το φύλο του γονέα. Ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση φαίνεται να δέχεται ότι από την επίμαχη πρόνοια απορρέει δυσμενής διάκριση. Σε θεωρητικό επίπεδο και ως θέμα αρχής, δεν μπορεί να υπάρξει αντίλογος στην άποψη για ομοιόμορφη μεταχείριση μεταξύ τέκνων εκτοπισθέντος πατέρα και τέκνων εκτοπισθείσας μητέρας.  Ωστόσο, η προσφυγή δεν μπορεί να επιτύχει.

Το ζητούμενο είναι το κατά πόσο η απόφαση των καθ' ων η αίτηση θα μπορούσε να ακυρωθεί με αναφορά σε ανεπάρκεια του ιδίου του νομοθετικού  πλαισίου εξ αιτίας της κατ΄ ισχυρισμόν παραβίασης της συνταγματικά κατοχυρωμένης αρχής της ισότητας. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι παρά αρνητική. Η από ευρύτερη άποψη νομιμότητα των κανονιστικών διατάξεων του Νόμου, που θέτει γενικό απρόσωπο κανόνα, δεν υπόκειται στον ακυρωτικό έλεγχο. Εκείνο που επιδιώκεται από την αιτήτρια είναι η προσθήκη πρόνοιας στο Νόμο ώστε το ωφέλημα που παρέχεται σε τέκνα εξ αρρενογονίας να παρέχεται και σε τέκνα εκ μητρογονίας.  Στην Dias United Publishing Co. Ltd v. Δημοκρατίας (1996) 3 Α.Α.Δ. 550  εξηγείται γιατί αυτό δεν είναι δυνατόν να γίνει με δικαστική απόφαση:

 «Όπως επισημαίνει ο Π. Δαγτόγλου στο Δικονομικό Δίκαιο σελ. 98, παράγρ. 127 (βλ. και Ατομικά Δικαιώματα του ιδίου σελ. 1040) ο Δικαστής

«δεν δικαιούται να διορθώνει τις οιεσδήποτε αυθαίρετες παραλείψεις του νομοθέτη, νομοθετώντας αντ' αυτού ... . », ο δε
«έλεγχος της συνταγματικότητας πληροφορεί τον δικαστή, αν πρέπει να εφαρμόσει ή όχι την επίμαχη νομοθετική διάταξη στις περιπτώσεις που προβλέπει αυτή, δεν μπορεί όμως μέσω της αρχής της ισότητας, να μετατραπεί σε μέθοδο διευρύνσεως του πεδίου ισχύος του νόμου σε περιοχές άσχετες με τη βούληση του νομοθέτη ή και ρητώς επιφυλαγμένες από το Σύνταγμα στη νομοθετική εξουσία.»

Και αυτά κατά το σχολιασμό απόφασης του Συμβουλίου Επικρατείας σε σχέση με αίτηση ακυρώσεως το θέμα της οποίας δε διαφέρει από αυτό της παρούσας. Μεταφέρουμε τη σύνοψη της απόφασης από την ίδια σελίδα του πιο πάνω συγγράμματος:

«Το Συμβούλιο της Επικρατείας είχε να κρίνει μια αίτηση ακυρώσεως της αρνήσεως της διοικήσεως να μεταγράψει από αλλοδαπό σε ημεδαπό πανεπιστήμιο φοιτητή πατέρα παιδιού κάτω των δώδεκα ετών, με το επιχείρημα παραβάσεως της αρχής της ισότητας, γιατί ο νόμος προβλέπει μεν τη μεταγραφή των αντίστοιχων μητέρων, αλλά όχι των πατέρων. Το Συμβούλιο της Επικρατείας δέχθηκε σωστά, ότι «η παράβαση της αρχής της ισότητας των δύο φύλων, η οποία πράγματι υπάρχει, μπορεί να οδηγήσει στη μη εφαρμογή της πιο πάνω διατάξεως, όχι όμως και στην υπαγωγή σ' αυτήν και φοιτητών πατέρων, γιατί κάτι τέτοιο αποτελεί ανεπίτρεπτη επέμβαση δικαστή στα έργα της νομοθετικής εξουσίας».
......................................

Για να ήταν δυνατή η χορήγηση τέτοιας άδειας χρειαζόταν θετική προς τούτο νομοθετική διάταξη. Η ανυπαρξία της δεν μπορεί να αναπληρωθεί με δικαστική απόφαση, γιατί σε τέτοια περίπτωση ο συνταγματικός έλεγχος που ασκεί το Ανώτατο Δικαστήριο θα μετατρεπόταν σε μέσο αναμόρφωσης ή συμπλήρωσης της νομοθεσίας. Η κήρυξη νόμου ως αντισυνταγματικού στο πλαίσιο της άσκησης της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος, επάγεται τη μη εφαρμογή του στην περίπτωση και, συνακολούθως, την ακύρωση της πράξης που εκδόθηκε δυνάμει των διατάξεών του. Δεν θα ήταν δυνατό διά της κρίσεως του Ανωτάτου Δικαστηρίου πως ο Νόμος είναι αντισυνταγματικός, να προστεθούν στο Νόμο πρόνοιες που δεν θέλησε ο Νομοθέτης. Το Ανώτατο Δικαστήριο αλλά και κάθε Δικαστήριο της Δημοκρατίας, έχει εξουσία προσαρμογής προς το Σύνταγμα μόνο των Νόμων που ίσχυαν κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Συντάγματος (βλ. Άρθρο 188 του Συντάγματος) και όχι Νόμων που θεσπίζονται από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, στο πλαίσιο πλέον του συστήματος της διάκρισης των εξουσιών που καθιερώνει το Σύνταγμα.

Συνεπώς, αφού δε θα ήταν δυνατό, και εφόσον κρινόταν ότι ο Νόμος ήταν αντισυνταγματικός, να επιτύχει η προσφυγή, δε δικαιολογείται να ασκήσουμε συνταγματικό έλεγχο. Τέτοιο εγχείρημα θα ήταν ακαδημαϊκό και δε θα ήταν εναρμονισμένο προς τη πάγια νομολογία μας σύμφωνα με την οποία το Ανώτατο Δικαστήριο ελέγχει την αντισυνταγματικότητα νόμου μόνο όταν αυτό είναι αναγκαίο για την επίλυση του επίδικου θέματος.»


Στη Βρούντου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2006) 3 ΑΑΔ 78 το Δικαστήριο εφάρμοσε την πιο πάνω επικρατούσα τάση της νομολογίας σε υπόθεση παρόμοια με την παρούσα. Επισημαίνεται ότι «στην περίπτωση της ευνοϊκής υπέρ του ενός μόνο φύλου ρύθμισης, η επεκτατική εφαρμογή της διάταξης βρίσκει έρεισμα και στο ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο και ιδιαίτερα στο 141 της Συνθ. ΕΚ». Επισημαίνεται επίσης η αντίθετη γραμμή μεταξύ αποφάσεων του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου από τη μια  και της απόφασης του Α΄ Τμήματος του ΣτΕ (3587/1997) που δέχονται ότι «αν το δικαστήριο διαπιστώσει παράβαση της αρχής της ισότητας, λόγω ειδικής νομοθετικής ή διοικητικής ρύθμισης που αφορά σε ορισμένη κατηγορία προσώπων και από την ειδική αυτή ρύθμιση αποκλείστηκαν ρητά πρόσωπα που ανήκουν σε άλλη κατηγορία, αλλά τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες, απαιτείται όπως το δικαστήριο προβεί σε επεκτατική εφαρμογή  της ειδικής ρύθμισης και στην κατηγορία προσώπων που έχουν αποκλειστεί». Στη Βρούντου (ανωτέρω) η Ολομέλεια απόρριψε την έφεση  διότι, τυχόν έλεγχος της συνταγματικότητας της συγκεκριμένης πρόνοιας, υπό το πρίσμα του αιτήματος της προσφυγής, εκφεύγει της εξουσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στα πλαίσια του άρθρου 146.4 του Συντάγματος.

Για τους πιο πάνω λόγους η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με £600 έξοδα. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

Α. ΚΡΑΜΒΗΣ, Δ.

ΣΦ.

ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 5/2008

(2010) 3 ΑΑΔ 510

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 5/2008
(Υπόθεση ΑΡ.  952/06)

1 Δεκεμβρίου 2010

 

 [ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ,  ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ,
 ΝΙΚΟΛΑΤΟΣ, KΛΗΡΙΔΗΣ Δ/στές]

1.    ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΤΣΙΑΚΚΑ
2.    ΜΑΡΚΕΛΛΑ ΤΣΙΑΚΚΑ

Εφεσείουσες/Αιτήτριες

ν.

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ

1.    ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΚΑΙ/Η
2.    ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ
       ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ

Εφεσιβλήτων/Καθ' ων η αίτηση

 

                       

Α.Σ. Αγγελίδης για τις εφεσείουσες.
Α. Χριστοφόρου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α΄, για τους εφεσίβλητους.

 

Την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει
ο Δικαστής Γ. Κωνσταντινίδης.

 Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ,  Δ.:  Η πρώτη εφεσείουσα διεκδίκησε προσφυγική ταυτότητα.  Το ζήτημα ρυθμίζεται από τον περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμο του 2002 (Ν. 141(Ι)/2002), (ο Νόμος).  Η διεκδίκηση εδραζόταν στο ότι ήταν παιδί εκτοπισθείσας μητέρας.  Η έκδοση προσφυγικής ταυτότητας αποτελεί συνακόλουθο της ιδιότητας του εκτοπισθέντα, όπως ο όρος ορίζεται στο Νόμο.  Εφόσον η ιδιότητα του εκτοπισθέντα διεκδικείται με αναφορά στους γονείς ως εκτοπισθέντες και όχι αυτοτελώς, αυτή, κατά το άρθρο 119 του Νόμου, αναγνωρίζεται όπου ο πατέρας του αιτητή είναι εκτοπισθείς με την έννοια του Νόμου.  Ο πατέρας της πρώτης εφεσείουσας δεν ήταν εκτοπισθείς. Εκτοπισθείσα ήταν η δεύτερη εφεσείουσα, μητέρα της πρώτης και, ασφαλώς, δεν ήταν δυνατό, κατά το Νόμο, να αποδοθεί στην πρώτη εφεσείουσα η ιδιότητα και να εκδοθεί η προσφυγική ταυτότητα.

Η προσφυγή που ασκήθηκε είχε στη ρίζα της την εισήγηση πως αυτή η διάκριση συνιστούσε άνιση μεταχείριση.  Επομένως, κατά τη θέση των εφεσειουσών, η άρνηση της διοίκησης θα έπρεπε να ακυρωθεί, ασφαλώς με την προοπτική της άρσης της ανισότητας ώστε και οι εκ μητρογονίας να θεωρούνται ως εκτοπισθέντες.

Πρωτοδίκως κρίθηκε πως όσο ισχυρά και αν ήταν τα επιχειρήματα σε σχέση με την αρχή της ισότητας, ήταν αναπόφευκτη η απόρριψη της προσφυγής.  Όπως εκτιμήθηκε, η εισήγηση απέληγε στην «προσθήκη πρόνοιας στο Νόμο ώστε το ωφέλημα σε τέκνα εξ αρρενογονίας να παρέχεται και σε τέκνα εκ μητρογονίας».  Στηρίχτηκε συναφώς σε δυο αποφάσεις της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου.  Κατ' αρχάς στην Dias United Publ. Co Ltd v. Δημοκρατίας (1996) 3 ΑΑΔ 550.  Κρίθηκε εκεί πως ο έλεγχος της συνταγματικότητας Νόμου, και σε εκείνη την περίπτωση ως παραβιάζοντος την αρχή της ισότητας, είναι αλυσιτελής και δεν αναλαμβάνεται αφού για την επιτυχία του αιτήματος δεν αρκούσε η διαπίστωση της αντισυνταγματικότητας αλλά χρειαζόταν και θετική νομοθετική πρόνοια που να παρέχει το διεκδικηθέν δικαίωμα.  Θετική νομοθετική πρόνοια που δεν υπήρχε και την οποία δεν ήταν δυνατό να προσθέσει το ίδιο το Ανώτατο Δικαστήριο.  Μετά, στη Βρούντου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2006) 3 ΑΑΔ 78 που αφορούσε ακριβώς όμοιο θέμα με την παρούσα.  Το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στη Dias (ανωτέρω), από την οποία δεν απέκλινε παρά την εισήγηση της εφεσείουσας, απέρριψε την έφεση.  Παραθέτουμε το καταληκτικό απόσπασμα από την απόφαση που εξέδωσε ο Νικολαΐδης, Δ.

«Όπως και αν έχουν όμως τα πράγματα, δεν μπορούμε να αποκλίνουμε από την επικρατούσα νομολογία. Η Dias United Publishing Co. Ltd ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, καθορίζει τα πλαίσια της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει, σύμφωνα με το Άρθρο 146.4 του Συντάγματος, την εξουσία να επικυρώσει εν όλω ή εν μέρει την προσβαλλόμενη απόφαση ή να κηρύξει την πράξη ή την παράλειψη, άκυρη. Δεν έχει δικαιοδοσία να νομοθετεί διευρύνοντας νομοθετικές ρυθμίσεις που δεν έτυχαν της έγκρισης της Βουλής. Κάτι τέτοιο, θα συγκρουόταν και με την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Σημειώνουμε ότι η Βουλή δεν μπορεί από μόνη της να προχωρήσει στη ψήφιση νομοθεσίας, όταν ο σκοπούμενος νόμος θα προϋποθέτει δαπάνη. Αν η Βουλή, το συνταγματικά καθοριζόμενο νομοθετικό όργανο, δεν έχει ένα τέτοιο δικαίωμα, πολύ περισσότερο δεν το έχει το Ανώτατο Δικαστήριο.

Συμφωνώντας με τις αρχές όπως τέθηκαν, καταλήγουμε ότι το Ανώτατο Δικαστήριο δεν έχει την αρμοδιότητα να προβεί σε επεκτατική εφαρμογή νομοθετικής ρύθμισης».

Είναι η εισήγηση των εφεσειουσών πως η πιο πάνω νομολογία μας «πρέπει να εγκαταλειφθεί».  Θεωρούν ότι δεν τίθεται θέμα προσθήκης πρόνοιας στη νομοθεσία.  Αντικείμενο είναι η συγκεκριμένη διοικητική πράξη και η ακύρωσή της «δεν είναι  υποκατάσταση της νομοθετικής εξουσίας».  Υποστηρίζουν ότι η προσέγγιση της νομολογίας μας «είναι εσφαλμένη διότι από τη στιγμή που το Δικαστήριο διαπιστώνει δυσμενή μεταχείριση ενός ατόμου λόγω μιας νομοθετικής πρόνοιας αυτό ισοδυναμεί με διαπίστωση παρανομίας της πράξης που απέρριψε το αίτημα».  Άρα, όπως προσθέτουν, «το Δικαστήριο οφείλει να ακυρώσει την πράξη και/ή απόφαση που στηρίζεται σε μια αντισυνταγματική πρόνοια Νόμου».  Για να είναι πλήρης η εικόνα παραθέτουμε και το περαιτέρω απόσπασμα από την αγόρευση για τις εφεσείουσες:

«Το Δικαστήριο δεν καλείται να διευρύνει νομοθετική διάταξη, κάτι το οποίο δεν      δικαιούται σύμφωνα με την απόφαση στην Dias United Publishing Co. Ltd v. Δημοκρατίας (1996) 3 Α.Α.Δ 550, απόφαση η οποία υιοθετήθηκε και επικυρώθηκε από την απόφαση Βρούντου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας Α.Ε. 3830 ΗΜΕΡ. 30.3.06.

Στην παρούσα περίπτωση οι αιτήτριες ζητούν από το Δικαστήριο να εξετάσει την εν λόγω πρόνοια του Άρθρου 119 του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμων υπό το πρίσμα των υποχρεώσεων που απορρέουν τόσο από τις διεθνείς συμβάσεις και πρωτόκολλα του Συμβουλίου της Ευρώπης και του ΟΗΕ ΌΣΟ και μέσα από τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από το Ευρωπαϊκό Κεκτημένο και τις Ευρωπαϊκές οδηγίες οι οποίες υπερτερούν έναντι οποιουδήποτε νόμου.

Σε περίπτωση που νόμος της Κυπριακής Δημοκρατίας συγκρούεται τόσο με διεθνείς συμβάσεις και/ή συνθήκες και/ή πρωτόκολλα και/ή το Κεκτημένο και/ή ευρωπαϊκές οδηγίες τότε η διάταξη του νόμου αυτού η οποία συγκρούεται με αυτό, δεν ισχύει».

Υποδείχθηκε όμως στη Dias (ανωτέρω) και ασφαλώς αυτό υιοθετήθηκε στη Βρούντου (ανωτέρω) αλλά, πρέπει να σημειώσουμε, και σε σειρά άλλων υποθέσεων σε σχέση με διάφορα ζητήματα πως, ακριβώς, η διακήρυξη πως η πρόνοια ως αντισυνταγματική, δεν ισχύει, αν αυτό θα ήταν το αποτέλεσμα του ελέγχου, δεν θα βοηθούσε στην ικανοποίηση του αιτήματος που υποβλήθηκε.  Όπως και εδώ.  Το ζήτημα της προσφυγικής ταυτότητας, ως συνακόλουθο προς την ιδιότητα του εκτοπισθέντα, αποτελεί δημιούργημα Νόμου.  Ο νομοθέτης όρισε την εμβέλεια του Νόμου και, όπως και αν ιδωθεί το ζήτημα, για να ήταν δυνατή άλλη απάντηση από την αρνητική στο αίτημα των εφεσειουσών, θα χρειαζόταν νομοθετική πρόνοια, που δεν υπάρχει.  Ασφαλώς αντικείμενο της διαδικασίας είναι η νομιμότητα της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης αλλά για την ακύρωσή της δεν θα αρκούσε, όπως ήδη σημειώσαμε, η διακήρυξη περί την αντισυνταγματικότητα του Νόμου.

Οι εφεσίβλητοι υποστηρίζουν την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης ακριβώς κατ' επίκληση της πιο πάνω νομολογίας και καταλήγουμε πως, ως θέμα νομολογιακού προηγούμενου, με το οποίο συμφωνούμε, αλλά και σε σχέση με το οποίο δεν θα βλέπαμε και λόγο απόκλισης στη βάση των αρχών που διέπουν το θέμα, η έφεση πρέπει να απορριφθεί.  Πρωτοδίκως τέθηκε θέμα σε σχέση με τη νομιμοποίηση της δεύτερης εφεσείουσας, μητέρας της πρώτης, η οποία συνενώθηκε ως αιτήτρια στην προσφυγή.  Αποφασίστηκε πως η μητέρα δεν νομιμοποιείτο και ασκήθηκε έφεση και ως προς αυτή την πτυχή.  Για τους σκοπούς της διαδικασίας το ζήτημα είναι εντελώς ακαδημαϊκό και δεν νομίζουμε ότι χρειάζεται να μας απασχολήσει.  Η έφεση απορρίπτεται με €1.700 έξοδα υπέρ των εφεσιβλήτων.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, Δ.

ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ, Δ.

ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.

ΝΙΚΟΛΑΤΟΣ, Δ.

ΚΛΗΡΙΔΗΣ,  Δ.

Απόφαση για τους εκ μητρογονίας πρόσφυγες

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ


ΑΝΑΦΟΡΑ ΑΡ. 2/2010
ANAΦΟΡΑ ΑΡ. 3/2010


1η Φεβρουαρίου 2011


[ΑΡΤΕΜΗΣ, Π., ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ, ΚΡΑΜΒΗΣ, ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, ΝΙΚΟΛΑΤΟΣ, ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, ΝΑΘΑΝΑΗΛ, ΚΛΗΡΙΔΗΣ, ΠΑΣΧΑΛΙΔΗΣ Δ/στές]


Αναφορά 2/2010


ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ


Αιτητής,


και


ΒΟΥΛΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΩΝ,


Καθ΄ης η αίτηση.


- - - - - - - - -

Γνωμάτευση κατά πόσο «Ο περί Παροχής Στεγαστικής Βοήθειας σε Εκτοπισθέντες, Παθόντες και άλλα Πρόσωπα (Τροποποιητικός) Νόμος του 2010» βρίσκεται σε αντίθεση ή είναι ασύμφωνος προς τις διατάξεις των Άρθρων 61, 80.2 και 179 του Συντάγματος καθώς και την αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών.

- - - - - -

Αναφορά 3/2010

ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ


Αιτητής,

και

ΒΟΥΛΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΩΝ,

Καθ΄ης η αίτηση.

- - - - - - - - -

Γνωμάτευση κατά πόσο «Ο περί Αρχείου Πληθυσμού (Τροποποιητικός) Νόμος του 2010» βρίσκεται σε αντίθεση ή είναι ασύμφωνος προς τις διατάξεις των Άρθρων 61, 80.2 και 179 του Συντάγματος καθώς και την αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών.
- - - - - -


Π. Κληρίδης, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, μαζί με τον Α. Βασιλειάδη Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τον Αιτητή και στις δύο Αναφορές
Π. Πολυβίου μαζί με τους Λ. Αρακελιάν και Γ. Μίτλεττον, για την την Καθ΄ης η Αίτηση και στις δύο Αναφορές.

Η κατάληξη του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη

ΓΝΩΜΑΤΕΥΣΗ


ΑΡΤΕΜΗΣ, Π.: Με την Αναφορά 2/2010 ζητείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας η γνωμάτευση του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά πόσο «ο περί Παροχής Στεγαστικής Βοήθειας σε Εκτοπισθέντες, Παθόντες και άλλα Πρόσωπα, (Τροποποιητικός) Νόμος του 2010 βρίσκεται σε αντίθεση και είναι ασύμφωνος προς τις διατάξεις των Άρθρων 61, 80.2 και 179 του Συντάγματος, καθώς και την αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών».


Με την Αναφορά 3/2010, που συνεκδικάζεται, ζητείται η ίδια γνωμάτευση, αναφορικά με τον περί Αρχείου Πληθυσμού (Τροποποιητικό) Νόμο του 2010.


Με τον πρώτον υπό κρίση Νόμο, τροποποιήθηκε ο ορισμός του όρου «εκτοπισθείς» με την προσθήκη στο τέλος αυτού, της φράσης «και περιλαμβάνει τα τέκνα εκτοπισθείσας μητέρας».

Με τον υπό κρίση στην Αναφορά 3/2010 Νόμο, ο ορισμός του όρου «εκτοπισθείς» στο Νόμο αυτό τροποποιήθηκε με την προσθήκη στο τέλος αυτού της φράσης «κατά τις πρόνοιες των Άρθρων 119 και 121 του παρόντος Νόμου και περιλαμβάνει τα τέκνα εκτοπισθείσας μητέρας».

Ο δεύτερος αυτός Νόμος, (Aναφορά 3/2010), τίθεται σε ισχύ από την 1.1.2012, εκτός αν το Υπουργικό Συμβούλιο καθορίσει προγενέστερη ημερομηνία. Ο πρώτος Νόμος, (Αναφορά 2/2010), στον οποίο αναφερθήκαμε πιο πάνω, τίθεται σε ισχύ «την ημερομηνία που θα καθορίσει το Υπουργικό Συμβούλιο . . .».

Σύμφωνα με την υφιστάμενη Νομοθεσία, πριν τις πιο πάνω τροποποιήσεις, παρεχόταν στεγαστική βοήθεια σε εκτοπισθέντα δικαιούχο και στους εκτοπισθέντες περιλαμβάνονταν και τα εκ πατρογονίας τέκνα.

Σκοπός των τροποποιήσεων των πιο πάνω Νόμων, είναι, προφανώς, η διεύρυνση των ωφελημάτων, ούτως ώστε να καλύπτουν και τα τέκνα εκτοπισθείσας μητέρας.

Το βασικό επιχείρημα του Προέδρου της Δημοκρατίας, όπως αναπτύχθηκε ενώπιόν μας από τον έντιμο Γενικό Εισαγγελέα, είναι ότι οι υπό αναφορά Νόμοι θεσπίστηκαν βασικά κατά παράβαση του Άρθρου 80.2 του Συντάγματος που προνοεί τα ακόλουθα:

«Ουδεμία πρότασις Νόμου συνεπαγομένη αύξησιν των υπό του προϋπολογισμού προβλεπομένων εξόδων δύναται να υποβληθεί υπό βουλευτού».

(Η υπογράμμιση είναι δική μας)

Περαιτέρω, εισηγείται ο έντιμος Γενικός Εισαγγελέας, ότι με τη θέσπιση των Νόμων αυτών, παραβιάζεται η αρχή της διάκρισης των εξουσιών, αφού επεμβαίνει η Νομοθετική Εξουσία στην διαμόρφωση του προϋπολογισμού του Κράτους, κάτι για το οποίο αποκλειστική ευθύνη έχει η Εκτελεστική Εξουσία.

Σε ερώτημα του Δικαστηρίου κατά πόσο επηρεάζεται η θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας από το γεγονός ότι ο Τροποποιητικός Νόμος που αφορά τη στεγαστική βοήθεια σε εκτοπισθέντες θα τεθεί σε ισχύ μόνο εάν και όταν καθορίσει κάτι τέτοιο το Υπουργικό Συμβούλιο, επεξηγήθηκε πως οι δύο Νόμοι αλληλοεξαρτώνται, αφού η τροποποίηση που θα γίνει στον Νόμο περί Αρχείου Πληθυσμού από το 2012, αυτομάτως θα δίδει το δικαίωμα στα εκ μητρογονίας τέκνα προσφύγων να δικαιούνται τα στεγαστικά ωφελήματα, ασχέτως της τροποποίησης του άλλου Νόμου. Η θέση αυτή είναι προφανώς αποδεκτή και από τη Βουλή των Αντιπροσώπων και ως εκ τούτου, είναι υπό αυτές τις συνθήκες που εξετάζουμε τη συνταγματικότητα και των δύο Νόμων.

Ήταν η θέση του συνήγορου της Βουλής των Αντιπροσώπων, ότι το Άρθρο 80.2 του Συντάγματος, ορθά ερμηνευόμενο, όσον αφορά την φράση «αύξησιν των υπό του προϋπολογισμού προβλεπόμενων εξόδων», είναι ότι η συνταγματική πρόνοια καλύπτει μόνο επηρεασμό του υφιστάμενου προϋπολογισμού. Αντίθετα, ήταν η θέση του έντιμου Γενικού Εισαγγελέα ότι η πρόνοια αυτή αφορά τον εκάστοτε επηρεαζόμενο προϋπολογισμό.

Ως εκ των ανωτέρω είναι προφανές ότι το Δικαστήριο έχει να αποφασίσει ουσιαστικά την ερμηνεία που θα δώσει στην φράση «αύξησιν των υπό του προϋπολογισμού προβλεπομένων εξόδων».

Έχοντας με προσοχή εξετάσει τις αγορεύσεις και την επιχειρηματολογία, καθώς και τις αυθεντίες που τέθηκαν ενώπιόν μας από τις δύο πλευρές, έχουμε καταλήξει ότι η ορθή θέση είναι αυτή που εκφράστηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα. Αν γινόταν δεκτή η ερμηνεία που δίδεται από τη Βουλή της πρόνοιας του Άρθρου 80.2, τότε θα καταστρατηγούνταν οι σχετικές πρόνοιες του Συντάγματος (βλ. Άρθρα 54 και 167) και ο σκοπός του Συνταγματικού Νομοθέτη, που είναι προφανώς η απόδοση αποκλειστικής εξουσίας για την ετοιμασία του προϋπολογισμού και τον καθορισμό των δαπανών του κράτους στην Εκτελεστική Εξουσία, αφού θα μπορούσε πρόταση Νόμου να επιβαρύνει και να αυξάνει τα έξοδα όλων των προϋπολογισμών πέραν του τρέχοντος και ήδη εγκριθέντος, χωρίς τη συναίνεση της Εκτελεστικής Εξουσίας. Τούτο θα μπορούσε να γίνει με απλή μετάθεση, έστω και για μία ημέρα, της ημερομηνίας έναρξης της ισχύος Νόμου. Αυτό σαφώς θα οδηγούσε, όπως είναι η συναφής εισήγηση του Γενικού Εισαγγελέα, στην παραβίαση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών, αφού θα μεταβαλλόταν η Βουλή σε όργανο που θα ήταν δυνατόν να καθορίσει δεσμευτικά θέματα του προϋπολογισμού ή ενδεχομένως και όλο τον προϋπολογισμό. Όπως, όμως, τονίστηκε και στην Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων (Αρ.1) (2001) Α.Α.Δ. 83 «. . . αδιαμφισβήτητο είναι ότι το Κυπριακό Σύνταγμα θεμελιώνεται στην διάκριση των εξουσιών, αρχή η οποία περιορίζει αφενός την εξουσία στο πεδίο της αρμοδιότητας της και αποκλείει, αφετέρου, την ανάληψη από μία εξουσία αρμοδιότητα άλλης εξουσίας ή την εισχώρηση μιας εξουσίας στο πεδίο λειτουργίας άλλης».

Περαιτέρω, εκτός του ότι ερμηνεία τόσο στενή όπως την εισηγείται η Βουλή των Αντιπροσώπων, θα στερούσε αποτελέσματος τις συνταγματικές διατάξεις περί τον προϋπολογισμό και τις δαπάνες που δι΄αυτού αναλαμβάνονται, θα αφαιρούσε και κάθε πρακτικό νόημα από τη σειρά των ως τώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με παρόμοια θέματα, αφού η επανειλημμένως διαπιστωθείσα αντισυνταγματικότητα, εν όψει του Άρθρου 80.2 του Συντάγματος, θα έπρεπε πια να θεωρείται πως αφορούσε μόνο την, κατά περίπτωση, τρέχουσα περίοδο, ενώ, για το μέλλον, ο Νόμος θα ήταν συνταγματικός. Τέτοια διάκριση δεν έχει γίνει ποτέ, ενώ, αντιθέτως, στην Αναφορά Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ.4) (1990) 3 Α.Α.Δ. 4435, έγινε αναφορά και στις δαπάνες για το μέλλον.

Κατά συνέπεια, κρίνουμε πως η πρόνοια του Άρθρου 80.2 του Συντάγματος αποκλείει Νόμο που προέρχεται από πρόταση Βουλευτή και συνεπάγεται την αύξηση των εξόδων οποιουδήποτε προϋπολογισμού, είτε του τρέχοντος, είτε μελλοντικών.

Καταλήγοντας, γνωματεύουμε πως, τόσο ο περί Παροχής Στεγαστικής Βοήθειας σε Εκτοπισθέντες, Παθόντες και άλλα Πρόσωπα (Τροποποιητικός) Νόμος του 2010, όσο και ο περί Αρχείου, Πληθυσμού (Τροποποιητικός) Νόμος τους 2010, βρίσκονται σε αντίθεση και είναι ασύμφωνοι με τη Διάταξη 80.2 του Συντάγματος, ερμηνευόμενη και με βάση την αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών.

Π. Αρτέμης, Π.
Γ. Κωνσταντινίδης, Δ.
Φρ. Νικολαϊδης, Δ.
Α. Κραμβής, Δ.
Δ. Χατζηχαμπής, Δ.
Ε. Παπαδοπούλου, Δ.
Μ. Νικολάτος, Δ.
Γ. Ερωτοκρίτου, Δ.
Στ. Ναθαναήλ, Δ.
Κ. Κληρίδης, Δ.
Α. Πασχαλίδης, Δ.


/Χ.Π.